Συνεργασία “υπό διαπραγμάτευση”…

νονα

Οι οικογένειες ανάπηρων παιδιών εμφανίζονται να μη συμμετέχουν ισότιμα στις συνεργατικές πρακτικές. Δεν λαμβάνουν αποφάσεις σχετικά με ζητήματα που αφορούν την εκπαίδευση, τα προγράμματα παρέμβασης και τις δομές υποστήριξης. Συνεπώς, στοιχεία, όπως οι εμπειρίες και τα βιώματά τους, παραμένουν αναξιοποίητα από τους εκπαιδευτικούς, παρότι μπορούν να παρέχουν πληθώρα πληροφοριών, εμπειριών και γνώσεων σχετικά με το παιδί τους .Η πολυπλοκότητα της σχέσης γονέων/εκπαιδευτικών είναι τεράστια.

Σε παλαιότερες έρευνες φαίνεται ότι οι γονείς, από τη μία πλευρά, έχουν την προσδοκία ότι, οι επαγγελματίες θα μπορούν να τους βοηθήσουν και να τους υποστηρίξουν. Στην άλλη όψη του νομίσματος, οι επαγγελματίες θέλουν να βοηθήσουν και η γλώσσα της νομοθεσίας ενθαρρύνει να πιστεύουμε ότι αυτό θα είναι εφικτό. Παρόλα ταύτα, στην πράξη, υπάρχει απογοήτευση και σύγχυση και από τις δύο πλευρές της σχέσης .

Σήμερα επιβάλλεται μια πιο ουσιαστική επικοινωνία που θα περιλαμβάνει την αμοιβαία ανταλλαγή πληροφοριών και την αλληλεπίδραση γονέων και εκπαιδευτικών για τα σχολικά προγράμματα. Συνεπώς, οι εκπαιδευτικοί πρέπει να επιδιώκουν τη διαρκή, ουσιαστική επικοινωνία και συνεργασία με την οικογένεια και όχι να παραμένει ένας αποστασιοποιημένος θεατής. Οι γονείς φαίνεται να εκλαμβάνονται ως λιγότερο νοήμονες. Συχνά, θεωρούνται πως έχουν μια προκατάληψη ή ένα συναισθηματικό μπλοκάρισμα που τους εμποδίζει να κάνουν αντικειμενικές παρατηρήσεις για την κατάσταση του παιδιού τους. Οι πληροφορίες, λοιπόν, που έχουν να δώσουν αγνοούνται, γεγονός που τους κάνει να νιώθουν ανίδεοι και άχρηστοι από τους ειδικούς.

H διεθνής όμως έρευνα αποκαλύπτει ότι πολλοί εκπαιδευτικοί θεωρούν τους γονείς ενοχλητικούς, ιδιαίτερα όταν κάνουν πολλές και «άστοχες» ερωτήσεις ή δίνουν συμβουλές για την εκπαίδευση του παιδιού τους, ενώ άλλοι, παραπονούνται για την έλλειψη συνεργατικότητας και την αδιαφορία τους, σε θέματα που αφορούν στη συνεργασία σχολείου ή ειδικού πλαισίου και οικογένειας. Οι γονείς από την πλευρά τους βλέπουν συχνά τον εκπαιδευτικό περισσότερο ως αντίπαλο ή αδαή, παρά ως συνεργάτη. Το σχολείο και η οικογένεια είναι οι δύο βασικότεροι θεσμοί που συμβάλλουν καθοριστικά στην ανάπτυξη του παιδιού. Συνεπώς, τα τελευταία χρόνια δίνεται ιδιαίτερη έμφαση στην επικοινωνία μεταξύ σχολείου και γονέων. Είναι αδιαμφισβήτητο το γεγονός ότι η μάθηση δεν ολοκληρώνεται στο σχολείο, αλλά ένα μεγάλο μέρος συντελείται και στο σπίτι. Ως εκ τούτου, η δημιουργία επικοινωνιακών δεσμών είναι από τις κυριότερες συνιστώσες για την εξέλιξη του παιδιού.

Η σχέση σχολείου – οικογένειας αποτελεί μια δυναμική διαδικασία με αναπτυξιακό χαρακτήρα που αντανακλά τις εκάστοτε κοινωνικές, πολιτικές, οικονομικές συνθήκες. Οι
αντιλήψεις και αξίες που καθορίζουν τους ρόλους, τις αλληλεπιδράσεις και τους στόχους των δύο πλαισίων αναφορικά με την εκπαίδευση του παιδιού, καθορίζουν το πλαίσιο της μεταξύ τους σύγκλισης, δίνοντας διαφορετικό κάθε φορά νόημα και περιεχόμενο στον όρο «συνεργασία» (Πεντέρη, Πετρογιάννης, 2013). Η σχέση σχολείου – οικογένειας αποτελεί ένα πεδίο πλούσιου θεωρητικού διαλόγου και ερευνητικού ενδιαφέροντος, γιατί έχει συνδεθεί με τη βελτίωση της ποιότητας της εκπαίδευσης, την προαγωγή των ακαδημαϊκών επιτευγμάτων των παιδιών και γενικότερα την ενίσχυση της αποτελεσματικότητας, τόσο της οικογένειας όσο και του σχολείου, ως φορέων εκπαίδευσης και κοινωνικοποίησης. Είναι αδιαμφισβήτητος, ακόμα, ο μεταβλητός χαρακτήρας της συνεργασίας στο χώρο και στο χρόνο και κυμαίνεται από την εχθρότητα και τον ανταγωνισμό μέχρι τη σύμπραξη και την ισοτιμία.

Της Τολόγλου Μενελίας

(Brett, 2002; Case, 2000; Swain, 2001)

(Goodey, 1991; Murray & Penman, 1996;
Warnock, 1985).

(Cowan, Swearer & Sheridan, 2004)

(Πολυχρονοπούλου, 2004).

(Baeck, 2010; Beveridge, 2004; Baum & McMurray-Schwarz, 2004).

(Παπούλα & Θεοφιλίδης, 2008; Νόβα – Καλτσούνη, 2004).

(Hanko 2001, Lacey
2001, Γεωργίου 2000, Blamires et al 1997, Heward 1996, Armstrong 1995)

Advertisements