O «κατσαβιδάκιας» που δόξασε το Σινεμά

στις

fi4Ο Φιλοποίμην Φίνος θεωρείται και όχι άδικα ως ο πιονιέρος του Ελληνικού Σινεμά. Το «άλφα» και το «ωμέγα» του κινηματογράφου στην Ελλάδα,  ο άνθρωπος που έκανε τις περισσότερο δημοφιλείς ταινίες αυτής της χώρας, και που τα έργα του πιάσανε ρεκόρ που είτε ξεπεράστηκαν πολλά χρόνια αργότερα, ή έμειναν ακατάρριπτα λαμβάνοντας υπόψιν όλες τις παραμέτρους μιας ταινίας. ( στην φωτογραφία ο Φίνος, διαβάζει το «Έθνος» σε πτήση της Ολυμπιακής) 

Ο Φίνος ήταν γνωστός με το προσωνύμιο «κατσαβιδάκιας», καθώς ήταν εντελώς μανιακός με τα τεχνολογικά κομμάτια μιας ταινίας. Γι’ αυτό και οι ταινίες του έμειναν μέχρι σήμερα αναλλοίωτες, με καθαρό ήχο, καθαρή εικόνα, χωρίς να μπούνε σε τερτίπια δήθεν καινούργιων εκδόσεων, όπως έχει ( και δυστυχώς για πολλούς ) προβεί ο «αντίζηλός» του στο Σινεμά, ο Αντώνης Καρατζόπουλος, που μαζί με τον Κώστα Καραγιάννη είχαν την «Καραγιάννης – Καρατζόπουλος», το αντίπαλον δέος του Φίνου.

fffnpesfoejaa4

( αριστερά στην φωτογραφία ο Γιώργος Τζαβέλλας, ο Ορέστης Μακρής, και ο Φίνος, διαβάζοντας και μελετώντας για τον «Μεθύστακα». Δεξιά, ο Φίνος στο εργαστήριο, μαζί με τον «επάγγελμα ρεπόρτερ» Δημήτρη Λυμπερόπουλο) 

Στην εταιρεία της Finos Films, οι μόνιμοι που δούλευαν εκεί ήταν από σκηνοθέτες ο Νίκος Τσιφόρος, ο Γιάννης Δαλιανίδης, ο Ντίνος Δημόπουλος, ο Νίκος Φώσκολος, ο Γιώργος Τζαβέλλας, ο Πάνος Γλυκοφρύδης, ο Παντελής Βούλγαρης, ο Κώστας Λυχναράς ( με πολλές επιτυχίες στο ενεργητικό του, οι νεότεροι τον ξέρουν από την σκηνοθεσία του «Κωνσταντίνου και Ελένης» και του πρώτου κύκλου του «Καφέ της Χαράς»_  Οι μόνιμοι ηθοποιοί είναι επίσης γνωστοί: Από την Αλίκη και τον Δημήτρη, την Λάσκαρη, τον Βουτσά και την Καραγιάννη,  τον Κούρκουλο και την Χρονοπούλου, τον Πρέκα, την Γιουλάκη, τον Βογιατζή και την Βλαχοπούλου, τον Καλλιβωκά και την Μπέτυ Αρβανίτη, έως τον Γεωργίτση, και την Νόρα Βαλσάμη, από την Βασιλειάδου, και τον Αυλωνίτη, έως την Καρέζη, τον Μιχαλακόπουλο, και τον Ορέστη Μακρή. Ενδεικτικό είναι πως δεν «πήγαινε» με τίποτα τον Κώστα Χατζηχρήστο, καθώς θεωρούσε πως έκανε υπερβολικά πολλές ταινίες, αν και σίγουρα η καλύτερή του ( από άποψη ρόλου ) ήταν οι «Μακρυκωσταίοι και Κοντογιώργηδες» του Αλέκου Σακελλάριου. Διευθυντής παραγωγής όλης της Finos ήταν πάντα ο Μάρκος Ζέρβας, και μουσική κατά κανόνα έγραφε ο Μίμης Πλέσσας.

tihorea-finos

( η πλάκα που βρίσκεται έξω από το πατρικό του στην Λοκρίδα)

Βεβαίως και οι ηθοποιοί έκαναν και τις «κασκαρίκες» τους, καθώς όλοι έκαναν έστω μια ταινία στο αντίπαλο στρατόπεδο, και αυτό ήταν λόγω συμβολαίων και οικονομικών λόγων. Όλοι βέβαια μετά ξαναγύρισαν στον Φίνο, ο οποίος πάντα τους δεχόταν…

Ο Φίνος βέβαια εκδήλωσε ειδικά στην περίοδο της Χούντας και έντονα σημάδια αλαζονείας, τα οποία του κόστισαν. Τι εννοώ; Η απέχθειά του προς το μέσο που λέγεται «τηλεόραση», τον οδήγησε  στο να πιστεύει πως ο κινηματογράφος ήταν το άπαν στη ζωή του κόσμου, πράγμα βέβαια που δεν ήταν αλήθεια. Σε αυτό το γεγονός είχε συντελέσει η τεράστια επιτυχία της «Υπολοχαγού Νατάσας». Η ανάγκη που είχε η Αλίκη να κάνει επιτέλους και «κάτι σοβαρό», και να συνεργαστεί με κάποιον άλλον πέρα από τον Σακελλάριο, την έφερε στην αγκαλιά του Νίκου Φώσκολου. Η Αλίκη και ο Παπαμιχαήλ είπαν το «ναι» στο σενάριο της «Υπολοχαγού Νατάσας», και ο Φώσκολος είχε την φαεινή ιδέα να ξεκινήσουν τα γυρίσματα, από την περίφημη σκηνή με τα βασανιστήρια της Αλίκης με τον πάγο.

Ο Φώσκολος ζήτησε να προβαριστεί η σκηνή, η Αλίκη την έπαιξε, και ο Φώσκολος δεν έμεινε ικανοποιημένος, ζητώντας να «πάμε πρόβα ξανά». Η Αλίκη γούρλωσε τα μάτια, έφυγε από το πλατώ, και πήγε στον Φίνο, να διαμαρτυρηθεί και λέγοντας πως θα φύγει από την ταινία,  ο Φίνος γέλασε, και της είπε «Αλίκη μου, ξέρεις πως αυτή η ταινία θα γίνει η τεράστια επιτυχία της ζωής σου; Από αυτήν την ταινία θα φύγεις;» Εδώ ο Φίνος είχε δίκιο, καθώς η ταινία έσπασε κάθε ρεκόρ και έμεινε για σχεδόν τριάντα χρόνια νούμερο ένα στην προσέλευση κόσμου. Το ρεκόρ αυτό το σπάσανε το » Safe Sex» των Ρέππα – Παπαθανασίου, ο «Τιτανικός», η » Λούφα και Παραλλαγή: Σειρήνες στο Αιγαίο» και η «Πολίτικη Κουζίνα».

Ο Φίνος είχε αναπτύξει και δράση στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης, και είχαμε περιγράψει σχετικά σε εκείνη την σειρά άρθρων, όπου θέλοντας και μη, ήθελε να έχει από κοντά τον Τζέιμς Πάρις, που ήταν ο άνθρωπος με τον οποίο η Χούντα είχε εξαιρετικές σχέσεις. Μαζί είχανε κάνει την παραγωγή του «Παπαφλέσσα» σε σκηνοθεσία Ερρίκου Ανδρέου, με τον Δημήτρη Παπαμιχαήλ, από τις ελάχιστες ταινίες που σήμερα, παραδόξως, ΔΕΝ ανήκει στην φαρέτρα της Φίνος Φιλμ.

Οι ταινίες του Φίνου χτυπήθηκαν άγρια από την κριτική της τότε εποχής, κυρίως από τον Βασίλη Ραφαηλίδη, τον Μηνά Χρηστίδη, και άλλους. Ήταν η εποχή που μετά τον Μάη του ’68 και με αφορμή κυρίως το Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης, όλοι οι ντεμέκ καλλιτέχναι, θέλανε να γυρίσουν «ταινίαι τέχνης», και να μην κάνουνε ταινίες σαν του Φίνου, διότι «κατέστρεφε τον κινηματογράφο», δείχνοντας κυρίως μια πλευρά της ζωής που δεν ήταν η ρεαλιστική, αλλά η ιδανική, καθώς ο κόσμος δεν ζούσε έτσι όπως βλέπανε στις ταινίες την Αλίκη να τραγουδά, την Καραγιάννη να χορεύει, τον Βουτσά να κάνει «φσσστ! μπόινγκ!» ή τον Χρόνη Εξαρχάκο να ψάχνεται μία με την Μαρία Ιωάννίδου, μία με την Ελένη Προκοπίου, ή με την Μπέτυ Αρβανίτη να βρει τον έρωτα της ζωής του. Ο Φίνος απαντούσε πάντα με την ίδια πρόταση: «Στο τέλος μιλάει το πανί». Εννοώντας φυσικά, πως η αποδοχή μιας ταινίας έχει πάντα ως κοινό παρονομαστή το κοινό. Και αυτό αποδείχτηκε στην πορεία των ετών, καθώς στο τέλος της δεκαετίας του ‘ 80, με την άνθηση της ιδιωτικής τηλεόρασης, αυτές οι ταινίες ξαναβγήκαν στην επικαιρότητα, και κυρίως με την συνδρομή των Παναγιώτη Τιμογιαννάκη, Ιάσωνα Τριανταφυλλίδη, και Μάκη Δελαπόρτα, οι γνώσεις και τα κείμενα των οποίων μας άνοιξαν τα μάτια σε εμάς τους νεότερους, να εκτιμήσουμε ακόμα καλύτερα τι συνέβαινε τότε, και ποια είναι η αξία αυτών των ταινιών. Άλλωστε για να το εκφράσουμε απλά και ξεκάθαρα: Ακόμα και την τελευταία μεγάλη επιτυχία της Φίνος να πάρουμε ως παράδειγμα, ( «Οι Βάσεις και οι Βασούλα» με την Νόρα Βαλσάμη) είναι απείρως καλύτερη από τα εκτρώματα που γέμισαν εκ των υστέρων τις τσέπες ορισμένων, αλλά όχι την καλλιτεχνική υπόσταση καμιάς Τέχνης και κανενός λαού.

Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία πως ο Φίνος έκανε λάθος που δεν μπήκε στην τηλεόραση. Σύμφωνα με την διήγηση του Κώστα Λυχναρά, προς το τέλος της ζωής του, ο Φίνος παραδέχτηκε αυτό το λάθος, είχε ήδη όμως καταβληθεί ως προς την υγεία του, και το 1977 απεβίωσε σε ηλικία 70 ετών.

Βέβαια το πρόβλημα ήταν πως δεν άφησε πίσω του κληρονόμο. Ή μάλλον για να το πούμε διαφορετικά: Η γυναίκα του, η Τζέλλα Φίνου διαχειρίστηκε μετά τον θάνατό του την εταιρεία βγάζοντας τις ταινίες και σε VHS, και σε DVD, και βέβαια νοικιάζοντάς τες στα κανάλια. Απλά δεν βρέθηκε ποτέ ένας να συνεχίσει την παραγωγή είτε κινηματογραφικών, είτε τηλεοπτικών παραγωγών. Άφησε βέβαια και μια κόρη, γνωστή σε όλους μας, την Καίτη Φίνου, η οποία σε συνέντευξή της στην Χριστίνα Λαμπίρη δεν είχε μιλήσει με τα καλύτερα λόγια για τον βιολογικό της πατέρα.

finosl

( άλα τις με το κοντό το Αλικάκι…) 

Όπως και να χει, ο Φίνος σφράγισε τον κινηματογράφο από την δεκαετία του ’40 μέχρι και τα μέσα της δεκαετίας του ‘ 70. Για 30 και πλέον χρόνια όσο ζούσε, και για άλλα 40 χρόνια μετά τον θάνατό του ο Φίνος ζει, μέσα από τις ταινίες, τα τραγούδια, τις μουσικές του Πλέσσα, του Καπνίση, του Μαμαγκάκη, τους στίχους του Λευτέρη Παπαδόπουλου, του Ντίνου Δημόπουλου, του Γιάννη Δαλιανίδη. Από το «Ένα,δύο, τρία ωπ, το ριξα στο σορολόπ», μέσα στο λεωφορείο, μέχρι το «Έχω στενάχωρη καρδιά» στην γιορτή της αεροπορίας, και από το «Βρέχει φωτιά στην στράτα μου» με το μπουζούκι του Πολυκανδριώτη, με τον Πλέσσα να απορεί βλέποντας τον Κούρκουλο μπροστά στην φωτιά, τι σόι πράγμα να γράψει ( και όπου παιδεύτηκε ο Λευτέρης Παπαδόπουλος να γράψει στίχους γιατί ο Φώσκολος είχε δώσει εντολή: «γράψε ό,τι θέλεις, αρκεί να έχει την φράση «κύμα πικρό»), οι ταινίες αυτές θα είναι πάντα ένα κομμάτι της καρδιάς μας. Άρα και ο ίδιος ο Φίνος θα είναι ένα κομμάτι από την ζωή μας.

 

 

013ae17754a1addc05cc81985cae4901

( από τα εγκαίνια των στούντιο στα Σπάτα, όπου βρίσκονται μέχρι και σήμερα. Στο κέντρο της φωτογραφίας ο Φίνος, η Νόρα Βαλσάμη, η Ζωζώ Σαπουντζάκη, ο Χρόνης Εξαρχάκος. Δεύτερος από αριστερά ο Κώστας Πρέκας, δίπλα του η Μαίρη Χρονοπούλου. Κάτω αριστερά στην φωτογραφία ο Ζώρας Τσάπελης, η Ρένα Βλαχοπούλου, η Ζωή Λάσκαρη, ο Δημήτρης Παπαμιχαήλ και ο Νίκος Φώσκολος. Από το site της Finos Film) 

 

Δ. Παπαδόπουλος

Advertisements