Μίλτος Γήτας συγγραφέας-ποιητής,δημοσιογράφος και… συλλέκτης χρόνου

Το σλάιντ απαιτεί την χρήση JavaScript.

Η Κυριακή είναι μέρα που προτίθεται για ποίηση. Κάπως έτσι ξεκινά η συζήτηση με τον Μίλτος Γήτα, έναν σύγχρονο άνθρωπο που μας ξεναγεί στην δικιά του γνώριμη διαδρομή, αυτή της ποίησης και της συγγραφής και εμείς τον ακολουθούμε και ταξιδεύουμε. Για αρχή μας παρουσιάζει και τις δύο ιδιότητες του αυτή του δημοσιογράφου μα και αυτή του συγγραφέα-ποιητή και μας μιλά για την αφετηρία τους:

«Είμαι γεννημένος το 1984 στα Ιωάννινα. Μετά από αρκετές περιπλανήσεις λόγω σπουδών αλλά και επαγγελματικών υποχρεώσεων σε  Αθήνα, Πάτρα και Άρτα επέλεξα να ζήσω μόνιμα πλέον στα Γιάννενα όπου ασκώ το επάγγελμα του δημοσιογράφου ενώ ταυτόχρονα διδάσκω δημοσιογραφία σε ένα μεγάλο ιδιωτικό ΙΕΚ της πόλης αλλά και στο δημόσιο ΙΕΚ. Ξεκίνησα να γράφω ποιήματα από μαθητής δημοτικού και μέχρι σήμερα έχω εκδώσει επτά ποιητικές συλλογές. Λατρεύω το σινεμά ενώ πολλές ώρες την ημέρα ακούω μουσική διαφόρων ειδών. Η μεγαλύτερη αδυναμία μου είναι η τετράχρονη κόρη μου.»

Παρατηρώντας το βιογραφικό του μου κάνει ιδιαίτερη εντύπωση ότι στην ηλικία  των 11 χρονών γράφει ποιήματα. Μου κάνει εντύπωση για δυο λόγους. Ποια δυνατή ανάγκη μπορεί να ωθήσει ένα παιδί σε μια τόσο νεαρή ηλικία να στραφεί στη συγγραφή ,δεδομένου ότι οι εμπειρίες, τα βιώματα δεν είναι αρκετά, και μάλιστα στην  ποίηση; Μου απαντά πως αυτή είναι πάντα μια από τις πιο δύσκολες και σύνθετες ερωτήσεις που καλείτε κατά καιρούς να απαντήσει και μας ξεκαθαρίζει πως το ταλέντο να ζωγραφίσεις, να γράψεις ή να παίξεις κιθάρα δεν έχει όριο ηλικίας. «Μπορεί να εκδηλωθεί στα 10 σου χρόνια ή και στα 50 σου. Μπορεί και ποτέ. Άρα για μένα σημασία έχει ότι τουλάχιστον εκδηλώθηκε και δεν με προσπέρασε. Από εκεί και πέρα πάντα για να γίνει κάτι τέτοιο, ένα παιδί δηλαδή τόσο μικρό να γράφει ποίηση, πρέπει να συντελούνται κάποιες καταστάσεις, να υπάρχουν δηλαδή οι αφορμές.» Και εδώ είναι που ξεκινά να μου ξεδιπλώνει τις αφορμές: «Ως αφορμές νομίζω στη δική μου περίπτωση είναι ο χωρισμός των γονιών μου και η απουσία του πατέρα μου από τη ζωή μου για 23 και πλέον χρόνια αλλά και η υπερβολική αγάπη που πήρα από τις γυναίκες που με μεγάλωσαν, τη γιαγιά και την προγιαγιά μου. Ξαφνικά σε μικρή ηλικία πήρα ρόλο μέσα στην οικογένεια και δεν έμεινα αμέτοχος στις εξελίξεις, πήρα επίσης υπερβολική αγάπη που δεν την έβρισκα έπειτα ούτε σε δασκάλους, ούτε σε φίλους ή άλλους συγγενείς οπότε ξεκινάει μια ολόκληρη διεργασία μέσα μου που γεννάει ποίηση. Περισσότερα να πω την αλήθεια δε με ενδιαφέρει να καταλάβω για τον ψυχισμό εκείνον που με οδήγησε να γράψω. Είμαι χαρούμενος και ευχαριστώ το Θεό που έφερε την ποίηση στη ζωή μου. Δεν έχω ανάγκη να παίρνω πάντα τις απαντήσεις στα ερωτήματα που γεννιούνται.»

Βρίσκω πως θα ήταν εξαιρετικά ενδιαφέρον αν μπορούσε να μας παρουσιάσει ένα ολοκληρωμένο ποίημα ή κάποιους στίχους από την παιδική του ηλικία και < δε μου χαλάει το χατίρι >:

Ένα από τα πιο παλιά μου ποιήματα που έχει γραφτεί περίπου όταν ήμουν 13 χρονών κι έχει δημοσιευθεί έχει τον τίτλο «Άσε το δάκρυ σου» και οι στίχοι του είναι οι εξής:

Μια παγερή μυρωδιά στην τάξη

μου επιβεβαιώνει το φόβο

πως τίποτα δεν έχει αλλάξει.

Οι δεσμοί φιλίας έσπασαν,

οι εφηβικοί έρωτες ξεθώριασαν

και το κουδούνι χτυπά λυπημένο.

Άσε το δάκρυ σου στο θρανίο

Να δηλώνει πως κάποτε καθόσουν εκεί.

Στον πίνακα γραμμένη η φράση:

«Μη με ξεχάσεις ποτέ».

Η ατμόσφαιρα φορτίζεται,

οι δάσκαλοι σωπαίνουν,

η πόρτα της αίθουσας έκλεισε,

οι παιδικές φωνές ξεχάστηκαν για πάντα.

Άσε το δάκρυ σου στο θρανίο

να έχει κάτι από εσένα.

Και έπειτα στην ηλικία των  18 εκδίδεται η πρώτη  ποιητική του συλλογή με τίτλο «Όλη μου η εφηβεία ένα ποίημα» και ακολουθούν τα «Ψυχανεμίσματα», «H πρώτη παρτίδα».  Στέκομαι σε ένα από τα ποιήματα της συλλογής «Όλη μου η εφηβεία ένα ποίημα» , που ονομάζεται  «Άδειο σπίτι». Καθώς το διάβαζα νόμιζα πως ήταν η περιγραφή ενός πίνακα ζωγραφικής όπου το πρόσωπο του  «πρωταγωνιστή» του ποιήματος μοιάζει με αυτό από το έργο τέχνης «Η Κραυγή»  του Έντβαρτ Μουνκ,( (Edvard Munch).Πολύ έντονα συναισθήματα μέσα σε λίγες γραμμές. Από πού έχει την έμπνευση για την πρώτη του ποιητική συλλογή; Τα βιώματα αποτελούν συνήθως το έναυσμα κάθε καλλιτεχνικής δημιουργίας. Ισχύει κάτι τέτοιο και στις δικές του ποιητικές συλλογές;

Απάντα πως: «Φυσικά και η ποίηση μου είναι βιωματική, γράφω για όλα αυτά που ζω και εμπνέομαι από ήχους, εικόνες και μυρωδιές της ζωής μου. Στα πρώτα μου ποιήματα κυριαρχούσε η μελαγχολία, τα αιώνια ερωτήματα του έρωτα και του θανάτου όπως μπορεί να τα αντιληφθεί όλα αυτά ένας έφηβος. Γενικά πέρασα ιδιαίτερη εφηβεία, οι φίλοι μου προσπαθούσαν να κάνουν κοπάνα από το σχολείο, να καπνίσουν κρυφά ενώ εγώ αντίστοιχα χανόμουν με τις ώρες στα βιβλιοπωλεία και τον ελεύθερο μου χρόνο διάβαζα ποίηση του Ελύτη, του Καρυωτάκη, της Πολυδούρη και πολλών άλλων. Θεωρούσα ότι έπρεπε να κάνω κάτι πιο σημαντικό από το να σπαταλώ τις ώρες μου σε μια καφετέρια καπνίζοντας. Ήμουν ένας ανήσυχος έφηβος που πολλά πράγματα από τον ψυχισμό μου τα έβγαλα στα πρώτα μου ποιήματα. Όσον αφορά συγκεκριμένα το ποίημα «Άδειο σπίτι» είναι ένα ιδιαίτερο ποίημα που έγραψα στα 16 και είχε σαν έμπνευση ένα υποτιθέμενο σπίτι που έζησα χρόνια αγάπης με όλα τα μέλη της οικογένειας και μετά άδειασε από θάνατο, χωρισμούς και αποχωρισμούς.»

Μετά από δύο χρόνια ακολουθεί το δοκίμιο Vacui Dies (2005) ,το οποίο το εκδίδει με δικά του χρήματα.

«Το «Vacui Dies» που στα ελληνικά σημαίνει «Άδειες μέρες» είναι μια καθαρά προσωπική υπόθεση αφού μέσα σε αυτό το μικρό βιβλίο έχω τολμήσει να συμπεριλάβω αποσπάσματα από το προσωπικό μου ημερολόγιο που κρατούσα εκείνη την περίοδο. Ουσιαστικά σε όλο το βιβλίο υπάρχει ένας μονόλογος και μια καταγραφή συναισθημάτων, γεγονότων και εικόνων. Μέσα από αυτή την εκδοτική προσπάθεια ήθελα να δείξω στους αναγνώστες μου ένα μεγάλο μέρος της καθημερινότητας μου αλλά και των προβληματισμών ενός νέου ανθρώπου που ερωτεύεται, κάνει παρέες, απογοητεύεται και ξεκινά πάλι από την αρχή. Γι΄αυτό το λόγο αποφάσισα να το εκδώσω με δικά μου χρήματα και να πουληθεί σε λίγα αντίτυπα σε όσους πραγματικά ενδιαφέρονταν για εμένα. Ένα χρόνο μετά την έκδοση του κυκλοφόρησε και σε όλη την Ήπειρο ως ένθετο με μεγάλο περιοδικό της περιοχής.»

Τη σκυτάλη παίρνουν νέες ποιητικές συλλογές. «Στα σύνορα της θλίψης», «Επαφή», «Ανακωχή». Ποιοι είναι οι βασικοί θεματικοί πυλώνες της κάθε συλλογής ;

«Η καθεμία από αυτές τις ποιητικές μου συλλογές έχει και τη δική της προσωπικότητα, έχει και μια διαφορετική ιστορία να διηγηθεί στους αναγνώστες. Καταρχήν να διευκρινίσω πως στην «Επαφή» δεν υπάρχουν καινούργια ποιήματα αλλά σε αυτό το  βιβλίο έχουν συγκεντρωθεί οι πέντε πρώτες ποιητικές μου συλλογές κι έχει την μορφή συγκεντρωτικού τόμου. Στην ποιητική συλλογή «Στα σύνορα της θλίψης» σαν βασικοί θεματικοί πυλώνες είναι ο ανεκπλήρωτος έρωτας, η μοναξιά και η ζωή. Στην «Ανακωχή» αντίθετα τα ποιήματα μιλούν για τον προδομένο έρωτα, τον χωρισμό ενώ αγγίζω δειλά και το θέμα του θανάτου σε συνάρτηση με το χρόνο. Το καθένα βιβλίο ανοίγει διαφορετικά μονοπάτια για να περπατήσει ο αναγνώστης.»

Το 2012 με το δοκίμιο Βlog από μελάνι, θα έλεγα πως παρουσιάζεται με δυο ιδιότητες, αυτή του ποιητή αλλά παράλληλα και του δημοσιογράφου. Τι μηνύματα θέλει να περάσει μέσω αυτού του εγχειρήματος;

«Το «Βlog από μελάνι» είναι ουσιαστικά η μεταφορά μιας διαδικτυακής μου στήλης στις σελίδες ενός βιβλίου. Κι αυτό έγινε διότι θα μου άρεσε αυτά τα δημοσιογραφικά μου κείμενα να βρίσκονται σε μια βιβλιοθήκη κι όχι χαμένα μέσα στα χιλιάδες άλλα κείμενα του διαδικτύου. Σε αυτά τα κείμενα εργάζομαι και ψάχνω σαν δημοσιογράφος που είναι και το κύριο επάγγελμα μου αλλά στο τέλος τα παρουσιάζω αρκετά λογοτεχνικά μέσα από το πρίσμα της ποιητικής μου ανάγκης. Είναι κείμενα όχι μεγάλα σε έκταση που καταπιάνονται με θέματα της πολίτικης, του πολιτισμού αλλά και απλά θέματα της κοινωνίας μας. Ο στόχος ήταν μέσα από τη δική μου πένα να αναδειχθούν προβλήματα και λάθη, ανακρίβειες και ψέματα και φυσικά να στηλιτεύσω συμπεριφορές και καταστάσεις.»

 Πώς θα μπορούσε ένας ποιητής να περιγράψει επιγραμματικά την ποίησή του ;

«Η ποίηση μου επιγραμματικά θα έλεγα ότι κινείται στους άξονες έρωτας, θάνατος και χρόνος. Όλα για μένα στα ποιήματα μου συνήθως κινούνται στο σκοτάδι, έχουν έντονο το αίσθημα της φθοράς ενώ καταλήγουν πάντα στη γειτονιά που μεγάλωσα και που δημιούργησα τους πρώτους μου δεσμούς με άλλους ανθρώπους. Με λόγια απλά, χωρίς να χρειάζεσαι λεξικό, για να την διαβάσεις… η ποίηση μου θέλει να αποκρυπτογραφήσει όσα έχει η ψυχή μου και να τα μοιραστεί με τον κόσμο. Η επικοινωνία ήταν και είναι ο κύριος στόχος της ποίησης μου.»

 Συλλέκτης χρόνου, το τελευταίο λογοτεχνικό του εγχείρημα. Ο χρόνος λυτρωτής, δάσκαλος με τις χαρές και τις φθορές του. Τι είδους συλλέκτης είναι; Αναφέρομαι στις δύσκολες στιγμές. Αποθηκεύει τις κακές στιγμές του σ’ένα συρτάρι το οποίο το κλειδώνει και πετά το κλειδί; Ή ξεφυλλίζει μία –μία μέχρι και σήμερα τις δύσκολες στιγμές του παρελθόντος;

«Όχι όχι δεν κλειδώνω και δεν αφήνω ποτέ τίποτα πίσω μου. Τα έχω όλα συνεχώς εδώ μπροστά μου, ανοιχτά χαρτιά κι ανοιχτές πληγές. Δε μου αρέσει να κλειδώνω το παρελθόν και να το ξεχνάω ή να προσποιούμαι ότι δε συνέβη ποτέ τίποτα. Άρα ξεφυλλίζω μια-μια συχνά τις δύσκολες στιγμές του παρελθόντος κι όσο κι αν ακούγεται μαζοχιστικό αυτό εμένα με κάνει πιο δυνατό. Αντλώ δύναμη από τα άσχημα γεγονότα διότι πιστεύω πως σημασία δεν έχει πόσες φορές έπεσες αλλά πόσες φορές σηκώθηκες.»

Μετά την υπέροχη διαδρομή ακολουθώντας τα ίχνη του Μίλτου Γήτα προσγειωνόμαστε με μία ερώτηση του σήμερα. Αλήθεια, ποιο είναι το κύριο παράπονο/πικρία που ακούτε σήμερα από τους συνομιληκους σας και τι θα τους συμβουλεύατε;

«Η αλήθεια είναι τα πράγματα τα τελευταία χρόνια δεν έχουν εξελιχθεί όπως θα έπρεπε για τους νέους στην Ελλάδα. Οι περισσότεροι από αυτούς έχουν φύγει για σπουδές στο εξωτερικό ενώ θα έπρεπε το κράτος να τους δίνει κίνητρα ώστε να μείνουν εδώ και να βοηθήσουν τον τόπο τους. Αυτό που μου λένε όλοι και φυσικά το διαπιστώνω κι εγώ, είναι ότι υπάρχει έλλειψη προοπτικής, δεν υπάρχουν δουλειές, δεν υπάρχουν κίνητρα και ούτε σωστή αξιολόγηση. Θα συμβούλευα λοιπόν όποιος μπορεί να το παλέψει να μείνει εδώ, να μη χάσει τα όνειρα του και με σωστές κινήσεις να διεκδικήσει ότι καλύτερο γίνεται. Το κυριότερο είναι να μη χάνουν την αισιοδοξία τους και να παραμένουν ονειροπόλοι.»

Με λόγια απλά  που εμπνέονται από τον έρωτα, τον θάνατο και το χρόνο και που αρέσκονται να κινούνται στο σκοτάδι ,επιλέγει ο Μίλτος Γήτας να μας μιλά  και να εκφράζει όλα όσα χωράν στην ψυχή του.

Εμείς τον ευχαριστούμε θερμά για τον χρόνο  και τη συνεργασία του.

Αναζητήστε τον στα βιβλιοπωλεία!

Κατερίνα Γεωργιάδου

 

Υ.Γ. Για περισσότερες πληροφορίες επισκεφτείτε την σελίδα http://www.miltosgitas.gr/

Advertisements