Σαν παραμύθι μια μέρα κάηκες…

720633_6_53

Δεν θυμάμαι αν στο μυαλό μου πλέον όλα αυτά που μου είπανε είναι ένα παραμύθι, ή μια πραγματικότητα. Δεν ξέρω. Κάτι δάκρυα ακούω στο μυαλό μου, στην καρδιά μου, κάτι φωνές, κάτι λυγμούς, κάτι σκυθρωπά πρόσωπα, και στο βάθος η φωνή της προγιαγιάς μου.

«Πού πάμε Θεέ μου; Γιατί αφήνουμε τα σπίτια μας; Τί κάναμε; »

Της είχανε τάξει της κυρά Αναστασίας πώς όταν θα έφτανε στην Αγιάσο και θα καταλάγιαζε ο κουρνιαχτός, θα ξαναγύριζε πάλι πίσω. Δεν τους πίστεψε ποτέ. Δεν υπήρχε καμία περίπτωση να τους πιστέψει. «Αν φύγουμε από εδώ, δεν θα ξαναγυρίσουμε…»

Ξημέρωνε και εκείνο το πρωί του Αυγούστου, και οι περισσότεροι δεν είχαν ιδέα. Πώς το ήξερε η κυρά Αναστασία δεν το κατάλαβα ποτέ. Ούτε και όταν ο πατέρας μου, μου την είπε την ιστορία ξανά, για πολλοστή φορά, λίγο πριν πεθάνει, πάλι δεν κατάλαβα και τον ρώτησα. Ούτε και εκείνος όμως είχε ιδέα. Κάτι ψέλλισε μέσα από τα δόντια του, πως απλά το ήξερε.

Ειδοποιήθηκε νωρίς, πριν έρθουν οι Τούρκοι να της πούνε με το καλό πως θα πρέπει να φύγει για το καλό της. Τα πράγματα τα είχε φορτώσει σε ένα καρο, και τα είχαν πάει στο λιμάνι, δύο μέρες πριν. Είχαν ήδη περάσει απέναντι στην Μυτιλήνη, όταν έκλεισε πίσω της την πόρτα.

smyrni-2

«Μη με ρωτάτε πως τα έμαθα» είχε εξομολογηθεί η ίδια σε έναν γείτονα, του οποίου ο εγγονός μου είχε διηγηθεί την ιστορία πρόσφατα. Δεν ξέρω ακόμα τώρα αν θα πρέπει να τον πιστέψω ή όχι. Καταλαβαίνω πως τα λόγια μου είναι θολά, αλλά ακόμα και τώρα, τόσα χρόνια μετά, απλά ακούω. Δεν κάνω τίποτα άλλο. Ούτε συνθέτω λόγια, ούτε αποσυνθέτω ανθρώπους. Απλά ακούω.

Ένα ξανθό κοριτσάκι που καθόταν δίπλα της, στο πλοίο, γύρισε την κοίταξε και το μόνο που της είπε ήταν τρεις λέξεις: «το σπίτι μου;». Η κυρά Αναστασία την αγκάλιασε, και της είπε πως «το σπίτι σου είναι η ψυχή σου…». Της έκλεισε τα αυτιά να μην ακούει τις φωνές  και τους αντίλαλους από τους φόνους και τους διωγμούς που γινότανε πίσω στην Σμύρνη…

Ένα χρυσό σταυρουδάκι κρατούσε στο χέρι της η κυρά Αναστασία, και το έδωσε στο ξανθό κοριτσάκι. «Να προσέχεις, και να το προσέχεις…». Το κοριτσάκι κοίταξε την θάλασσα, και είδε στο βάθος τις φωτιές, τον καπνό και κάπου είδε μια μορφή να φοράει θαλασσιά. Γύρισε το πρόσωπό της προς την κυρά Αναστασία και της ξέφυγε ένα δάκρυ. Η κυρά Αναστασία της σκούπισε το μάγουλο.

Και περάσανε τα χρόνια, και τα πάντα ξεχάστηκαν, και κάπως έτσι, στα χρόνια τα κατοπινά, οι καρδιές έγιναν διαφορετικές, τα σπίτια αλλάξανε λογικές, ανθρώπους και εποχές, αναπτύξεις και μνημόνια ήρθαν να εγκατασταθούν, και αν αυτό το μικρό κείμενο θυμίζει πολλά, ή διαστρεβλώνει καταστάσεις, ή δεν δείχνει τα πράγματα όπως πρέπει, να θυμάστε πως είναι απλά μια ιστορία. Και πως ευτυχώς να λέμε που υπάρχει και η φωνή της Μπέλλου, αυτή η ασύγκριτη φωνή που δεν είναι τίποτα παραπάνω από την φωνή της ψυχής, του πόνου και της αλήθειας, να θυμίζει καταστάσεις, πράγματα και βιώματα που μόνο όποιος πόνεσε τα καταλαβαίνει και μόνο όποιος μπορεί να τα συνειδητοποιήσει  τα αντιλαμβάνεται. Γιατί κάποια μέρα τα πάντα θα μας δικάσουν. Για τις Ελλάδες που χάνουμε, για τις Κύπρους που πετάμε, και που δήθεν τις προστατεύουμε.

 

Θα με δικάσει ο κούκος και τ’ αηδόνι
μα στην Αγιάσο σταυρουδάκι μου χρυσό
τις νύχτες που θα πέφτει άσπρο χιόνι
οι Τσέτες θα κρεμάνε το Χριστό

Στον ουρανό που κάναμε ταβάνι
δε βλέπουμε τις νύχτες ξαστεριά
κουρσάροι, Φράγκοι, Βενετσιάνοι
μας πούλησαν για γρόσια και φλουριά

Στην Τροία μεγαλώνουνε τα στάχυα
και στην Αγιάσο σε μιαν έρμη εκκλησιά
ζωγράφισε ο Θεόφιλος με αίμα
το χάρο να φοράει θαλασσιά

( οι στίχοι είναι του Μιχάλη Μπουρμπούλη. Η μουσική σε αυτούς τους στίχους έχει μπει από τον Δημήτρη Λάγιο στον δίσκο:«Ο Άη Λαός» του 1983. Τραγουδά η Σωτηρία Μπέλλου)

 

Δ. Παπαδόπουλος

 

Advertisements