​Γιαννούλης Χαλεπάς : μία Ζωή μεταξύ Δόξας και Τρέλας.

στις

Ο Γιαννούλης Χαλεπάς , γιός φημισμένων Τηνίων μαρμαρογλυπτών, από μικρός είχε ιδιαίτερη έφεση στη τέχνη της γλυπτικής. Αν και οι γονείς του , τον προόριζαν για έμπορο , ο ίδιος είχε άλλα σχέδια. Ολοκληρώνει τις σπουδές του στο Σχολείον των Τεχνών και στην Ακαδημία του Μονάχου με υποτροφία.

Πρώτα έργα: Κατά την παραμονή του στο Μόναχο, εκθέτει το έργο του Το παραμύθι της Πεντάμορφης και το βραβευμένο Σάτυρος που παίζει με τον Έρωτα καθώς και το ανάγλυφο της Φιλοστοργίας στην Έκθεση των Αθηνών το 1875.

Παρολαυτά , το 1876 επιστρέφει στην Αθήνα λόγω διακοπής της υποτροφίας του και ανοίγει το δικό του εργαστήριο.

Το 1877 ολοκληρώνει στο μάρμαρο τον Σάτυρο που παίζει με τον Έρωτα, και τον ίδιο χρόνο δουλεύει το πιο διάσημο γλυπτό του Μεγάλη Αναπαυόμενη  ή αλλιώς Κοιμωμένη για τον τάφο της νεαρής Σοφίας Αφεντάκη. Η φήμη του Γιαννούλη αυξάνεται…

Η ασθένεια: Το 1878 , συμπτώματα αποκλίνουσας συμπεριφοράς έρχονται να βάλουν φρένο στην ολοένα αυξανόμενη καλλιτεχνική πορεία του Χαλεπά. Τα θέματα της περιόδου αυτής, πηγάζουν από την ελληνική μυθολογία και την αρχαιότητα. Η κλασικιστική παιδία του φαίνεται στον Σάτυρο που παίζει με τον Έρωτα , ενώ με το Κεφάλι Σατύρου εστιάζει σε μια ρεαλιστικότερη απόδοση.

Η επιδείνωση της ψυχικής του υγείας, οδηγεί στον εγκλεισμό του στο Ψυχιατρείο της Κέρκυρας από το 1888 ως το 1902 και στην διακοπή της εργασίας του για σαράντα χρόνιαΣτο ψυχιατρείο καταστρέφονται πολλά έργα του. Επιπλέον,η μητέρα του καταστρέφει πολλά ακόμα έργα του , καθώς θεώρει τη γλυπτική αιτία της αρρώστιας του γιού της. Μετά τον θάνατο της, ο Χαλεπάς συνεχίζει την γλυπτική, ζώντας φτωχικά με τα πρόβατα του και φέροντας το στίγμα του τρελού του χωριού.

Στροφή στο καλλιτεχνικό του ύφος: Σε αυτή τη φάση το ύφος των έργων του γίνεται ελεύθερο, αυθόρμητο και πηγαίο. Η ωραιοποίηση δεν τον απασχολεί τόσο. Χωρίς τη χρήση σκελετού, οι μορφές του τώρα είναι πιο επιβλητικές, στιβαρές διατηρώντας τον περίοπτο χαρακτήρα της πρώτης περιόδου. Τώρα χρησιμοποιεί θέματα που αντικατοπτρίζουν πιθανόν δικά του βιώματα.

Η βράβευση: το 1927 βραβεύεται με το Αριστείο των Τεχνών, μετά την έκθεση των έργων του στην Ακαδημία των Αθηνών, από τον καθηγητή Θωμά Θωμόπουλο.

Το 1928 πραγματοποιείται δεύτερη έκθεση στο Άσυλο Τέχνης

Το 1930, ύστερα από επιμονή της ανιψιάς του, ο Γιαννούλης εγκαθίσταται μόνιμα στην Αθήνα. Εκεί , ζει τα τελευταία χρόνια της ζωής του δημιουργικά μέσα στην πανελλήνια δόξα.

Η πολιτιστική κληρονομιά: Μεγάλος αριθμός έργων του σώζεται μέχρι σήμερα σε τετράδια, στην Εθνική Πινακοθήκη, στην έκθεση του Ιδρύματος Τηνιακού Πολιτισμού που παρουσιάζεται στο Μουσείο Γιαννούλη Χαλεπά στον Πύργο, καθώς και σε πολλούς ιδιώτες.

Τόσο το ταλέντο του , όσο και η φήμη του τρελού γλύπτη που ξαναβρήκε τα λογικά του, τον καθιέρωσαν ως τον  «Βαν Γκογκ», τον «Ροντέν» ή τον «Πικάσο» των νεοτεριστών καλλιτεχνών.

Άλλος ένας καλλιτέχνης λοιπόν, που μας δείχνει με τη ζωή και με το έργο του πως η τέχνη απαιτεί προσήλωση και θυσίες. Έστω και αν κάποτε η θυσία πρέπει να είναι ο ίδιος.

Κέλλυ Βλαστού

Πηγές Εθνική Πινακοθήκη, Βικιπαίδεια,tvxs ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΗ ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ.

http://www.wikipedia.gr/

http://www.tvxs.gr

Advertisements