Είναι απαραίτητη η διδασκαλία των αρχαίων ελληνικών;


 Εδώ και αρκετούς μήνες έχει ανοίξει ένας δημόσιος διάλογoς για τη χρησιμότητα της διδασκαλίας των αρχαίων ελληνικών στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση και συγκεκριμένα στις τρεις τάξεις του Γυμνασίου. Με το άρθρο αυτό επιχειρώ κι εγώ να συμβάλλω στο δημόσιο διάλογο περί του ζητήματος αυτού τασσόμενος αναφανδόν υπέρ της διδασκαλίας των αρχαίων ελληνικών σε όλες τις τάξεις της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης.

Κατ’ αρχάς, οι νεαροί μαθητές, όταν διδάσκονται κείμενα της ελληνικής γλώσσας, έχουν την ευκαιρία να διδαχθούν από το πρωτότυπο μερικά από τα σημαντικότερα κείμενα που γράφτηκαν από ανθρώπινο χέρι στην ιστορία του Δυτικού Πολιτσμού. Κείμενα του Σοφοκλή, του Θουκυδίδη, του Πλάτωνα, του Αριστοτέλη, του Ξενοφώντα, του Ευρυπίδη, του Αισχύλου, προφανώς, συγκαταλέγονται στα αριστουργήματα της παγκόσμιας διανόησης και είναι εφάμιλλα με αυτά του Σέξπιρ, του Ντάντε, του Μουρ, του Χομπς, του Ρουσό, του Θερβάντες, του Μοντεσκιέ, του Λοκ κτλ. ( ο κατάλογος είναι μακροσκελέστατος και δεν είναι σκοπός του άρθρου να τον εξαντλήσει).

Σ’ αυτό το επίπεδο εντάσσονται και πλήθος κειμένων και συγγραφέων της χριστιανικής παράδοσης, της πατερικής γραμματείας – που ως επί το πλείστον δεν διδάσκονται. Δεν είναι ήσσονος σημασίας και αξίας τα κείμενα του Μεγάλου Βασιλείου, του Ιωάννου Χρυσοστόμου ή του Μεγάλου Φωτίου.

Το γεγονός ότι τα παιδιά διδάσκονται όλα αυτά τα κείμενα στη γλώσσα που γράφτηκαν, και η γλώσσα αυτή είναι λίγο ή πολύ κατανοητή, από μόνο του είναι ένα πολύ σημαντικό γεγονός και ένα βήμα προς την πρόσκτηση μιας παιδείας που είναι κτήμα και κληρονομία όλης της ανθρωπότητας και η οποία θαυμάζεται, μελετάται και αξιοποιείται σ’ όλα τα μήκη και πλάτη.

Ας σκεφτούμε επί παραδείγματι τα παιδιά ενός σχολείου του Λονδίνου που θα θελήσουν να διαβάσουν μερικές αράδες από τον Αριστοτέλη προφανώς θα βασιστούν στη μετάφραση – εκτός αν ήδη έχουν διδαχθεί συστηματικά την αρχαία ελληνική.

 Όλα λοιπόν αυτά τα κείμενα δεν είναι μόνο κτήματα όλης της ανθρωπότητας – είναι η δική μας πνευματική και πολιτιστική κληρονομία. Είναι τα έργα των ανθρώπων που μιλούσαν την ίδια γλώσσα με μας, σε πολλές περιπτώσεις ζούσαν στους ίδιους τόπους και σε κάποιο βαθμό είχαν ίδιες ή παρόμοιες με εμάς συνήθειες και έθιμα (όπως κι αν αυτά έχουν διυλιστεί και έχουν μεταμορφωθεί μέσα στους αιώνες).

Η αρχαία ελληνική γλώσσα είναι ίσως το σημαντικότερο «κτέρισμα» των αρχαίων Ελλήνων και έφτασε ολοζώντανη στις μέρες μας. Δεν είμαι ειδικός γλωσσολόγος για να γνωρίζω αν αυτό συμβαίνει και με άλλες γλώσσες στην υφήλιο, αλλά ξέρω σίγουρα ότι η αρχαία ελληνική με όλες τις μεταβολές που υπέστη (και που είναι φυσιολογικό) μιλιέται αδιάκοπα εδώ και τουλάχιστον τρεις χιλιάδες χρόνια – το τονίζω, αδιάκοπα.

Όπως ακριβώς λέμε, προφέρουμε και εννοούμε(ή έστω με μικρές ή μεγάλες αποκλίσεις) πλήθος λέξεων το ίδιο ακριβώς έκαναν και οι πρόγονοί μας για 30 αιώνες τουλάχιστον. Λέξεις όπως «πόλις», «πόλεμος» ή «λόγος» εδώ και μερικές χιλιάδες χρόνια παραμένουν ζωντανές. «Νικήτρα του θανάτου» είχε χαρακτηρίσει τη γλώσσα ο Παλαμάς.

Εδώ λοιπόν τίθεται ένα σοβαρό ζήτημα : γιατί αντιμετωπίζουμε την αρχαία ελληνική ως μια ξένη γλώσσα;

Κατ’ αρχάς, ο διαχωρισμός σε αρχαία ελληνική, ελληνιστική, μεσαιωνική ελληνική και νέα ελληνική είναι περισσότερο ένας μεθοδολογικός διαχωρισμός για τον μελετητή της γλώσσας ή της ιστορίας και την οργάνωση της διδασκαλίας και λιγότερο μια πραγματικότητα. 

Γιατί, η αναμφίλεκτη πραγματικότητα είναι ότι η γλώσσα είναι μια, η ελληνική γλώσσα που έχει μετασχηματιστεί με πλείστους τρόπους μέσα στο διάβα των αιώνων ομιλούμενη από αμέτρητους ανθρώπους που σε πολλές περιπτώσεις δεν την είχαν μητρική γλώσσα και που την ταξίδεψαν σε ποικίλους τόπους, μακρινούς ή κοντινούς. 

Η ελληνική γλώσσα, λοιπόν, είναι μία, αδιαίρετη στην πραγματικότητα με μια εξαιρετικά πλούσια ποικιλομορφία – που κι αυτή είναι μια ακόμη αρετή της. Η διάσπαση της διδασκαλίας της γλώσσας σε αρχαία και νέα διαμορφώνει την ψευδαίσθηση ότι η αρχαία ελληνική είναι μια ξένη και νεκρή γλώσσα, ενώ στην πραγματικότητα παραμένει πεισματικά ζωντανή εδώ και χιλιάδες χρόνια.

 Κι επειδή η γλώσσα παραμένει ζωντανή εδώ και χιλιάδες χρόνια, μπόρεσε ο ελληνισμός όλα αυτά τα χρόνια, παρόλο που πέρασε από πολλές «φουρτούνες» και παρόλο που γνώρισε ποικίλους εξανδραποδισμούς – βιαιότερους ή ηπιότερους, παρόλο που πολλές φορές συρρικνώθηκε, να διασωθεί. 

Η γλώσσα απετέλεσε και αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους – αν όχι τον σημαντικότερο – συνεκτικό δεσμό του ελληνισμού όλους αυτούς τους αιώνες. Η ελληνική πολιτισμική ταυτότητα και η ελληνική εθνική μας συνείδηση είναι άμεσα συνυφασμένες με την ελληνική γλώσσα

Αλήθεια, θα μπορούσε να είχε επιβιώσει ο ελληνισμός τα χρόνια της Τουρκοκρατίας αν δεν διατηρούσε τη γλώσσα του; Τα δημοτικά τραγούδια σε ποια γλώσσα τραγουδήθηκαν;

Γνωρίζοντας, μελετώντας, εμβαθύνοντας στην ελληνική γλώσσα, γνωρίζουμε και μαθαίνουμε πλατύτερα και βαθύτερα την ίδια την πολιτιστική μας παράδοση και κληρονομιά. Εμβαθύνουμε όμως και στην πολιτισμική κληρονομία του Δυτικού Πολιτισμού : ο Ανθρωπισμός, η Δημοκρατία, η Ελευθερία, η Ισότητα, η Δικαιοσύνη, η Επιστήμη, το Κάλλος, η Αρμονία, η Φιλοσοφία, η Ιστορία, το Θέατρο, ο Ορθολογισμός κλ.π. γεννήθηκαν στην ελληνική γλώσσα, και οι γεννήτορες τους τις κόμισαν στον παγκόσμιο πολιτισμό‧ είμαστε κοινωνοί όχι απλά της ίδιας της γλώσσας αλλά του ίδιου πολιτισμού. 


Η ίδια η ελληνική γλώσσα είναι που τροφοδότησε τις υπόλοιπες ευρωπαϊκές γλώσσες με πλήθος λέξεων και ιδεών : history, democracy, philosophy, theatre, harmony, economy, dilemma και αναρίθμητες άλλες σε πολλές άλλες γλώσσες γλώσσες (μπορούμε να φανταστούμε την ιατρική ορολογία χωρίς την ελληνική γλώσσα;) . 

Όλα αυτά δεν είναι εθνικιστικές πομφόλυγες και υπερβολές, αλλά μια πραγματικότητα την οποία μέσα στην τύρβη της καθημερινών προβλημάτων μας συχνά πυκνά παραβλέπουμε. Αρχαία ελληνική, όμως, δεν πρέπει να διδαχθούμε μόνο για το γεγονός ότι αυτή είναι μια σπουδαία γλώσσα ή επειδή οι συγγραφείς της είναι εξίσου σπουδαίοι. Εξάλλου, υπάρχει κι ένας αντίλογος που πρεσβεύει την άποψη ότι μπορούμε να διδαχθούμε όλα αυτά τα σπουδαία σε κείμενα από μετάφραση. 

Μελετώντας και εμβαθύνοντας στην αρχαία ελληνική στην πραγματικότητα κατανοούμε καλύτερα και τη γλώσσα που μιλούμε και γράφουμε. Χωρίς αρχαία ελληνικά φαίνονται δύσχρηστες ή ακατανόητες φράσεις ή εκφράσεις λόγιες και αρχαιοπρεπείς που επιβίωσαν μέχρι σήμερα – ας σκεφτούμε τη χρήση της δοτικής σε συγκεκριμένες εκφράσεις : λόγω, εν δυνάμει, εν δράσει, έργω, εν πάση περιπτώσει, μέσω κτλ. 

Δεύτερο παράδειγμα : η γνώση των αρχικών χρόνων του ρήματος βοηθά σημαντικά στην παραγωγή ομόρριζων λέξεων (ας σκεφτεί κάποιος το μέλλοντα του ρήματος φέρω «οίσω» και την ετυμολογικά συγγενή της λέξη «οισοφάγος»). 

Τρίτο παράδειγμα : πλήθος εκφραστικών και συντακτικών λαθών μπορούν να αποφεύγονται με τη καλή γνώση της σύνταξης τόσο στα αρχαία όσο και στα νέα ελληνικά. Τα παραδείγματα ίσως είναι ατελείωτα, όπως είναι απέραντη η ίδια η γλώσσα. Βέβαια, δεν μπορούμε να απαιτούμε από τα παιδιά να μαθαίνουν αρχαία ελληνικά για να μπορούν μόνο να παράγουν πιο εύκολα ομόρριζες λέξεις. Αλλά και η καθαυτή γλωσσική διδασκαλία (γραμματική και συντακτικό) συντελεί στην ίδια την πνευματική καλλιέργεια : τον εμπλουτισμό των γνώσεων (κυρίως με τη γραμματική), την όξυνση της κριτικής σκέψης και την καλλιέργεια της συνδυαστικής σκέψης (κυρίως με το συντακτικό), τη διάνοιξη της φαντασίας και της δημιουργικής σκέψης (με την απέραντη ποικιλομορφία του συντακτικού και της γραμματικής).

 Δεν μπορούμε, λοιπόν, και δεν πρέπει να αντιμετωπίζουμε τη γλώσσα με χρησιμοθηρικό τρόπο.Δεν είναι άχρηστη και περιττή η διδασκαλία της αρχαίας ελληνική, επειδή δεν πρόκειται ποτέ να συνατήσουμε τον Σωκράτη ή τον Πλάτωνα για να συνομιλήσουμε μαζί τους. 

Η γλώσσα δεν είναι ένας απλός κώδικας επικοινωνίας. Η γλώσσα είναι όργανο και μέσο έκφρασης πολιτισμού, αποτελεί την ψυχή ενός λαού, είναι η ίδια η ρίζα του. Διδασκόμαστε αρχαία ελληνικά γιατί πλαταίνουν οι ίδιοι οι ορίζοντες με τους οποίους αντικρίζουμε και αντιλαμβανόμαστε τον κόσμο, τον κόσμο που πέρασε, τον κόσμο που ζούμε και τον κόσμο που φιλοδοξούμε να έρθει διαμορφώνοντάς τον. Η διδασκαλία της αρχαίας ελληνικής γλώσσας είναι, ίσως, και μια άσκηση εθνικής αυτοσυνειδησίας. 

Απολήγοντας, θεωρώ ότι τίθεται κρίσιμο το ερώτημα για το τι παιδεία θέλουμε να παρέχει το σχολείο στα παιδιά μας. Μπορούμε να παραδοθούμε άνευ όρων σε έναν καθαρά ωφελιμιστικό χαρακτήρα της παιδείας που θα παρέχει μια πρόωρη εξειδίκευση και θα δεσπόζει το τεχνοκρατικό πνεύμα; Προφανώς δεν μπορούμε να κωφεύουμε στα αιτήματα των καιρών, καθώς η τεχνολογία και η εξειδίκευση είναι ανάγκες και δεσπόζουσες στη ζωή και ως εκ τούτου και στην εκπαίδευση. 

Θέλουμε πολυδιάστατα καλλιεργημένους νέους που θα συνδυάζουν αρμονικά την επιστημονική εξειδίκευση και επαγγελματική κατάρτιση με την κλασική παιδεία

Μπορούμε να εξοβελίσουμε τον Άνθρωπο από το σχολείο; 

Γιατί εξοβελίζοντας την αρχαία ελληνική γλώσσα είναι σαν να αποκόπτουμε τα ελληνόπουλα από τις ρίζες τους, να τα αφήνουμε να μετεωρίζονται και να πελαγοδρομούν στον παγκόσμιο πολτό του πολιτιστικού εξανδραποδισμού. Ίσως οι αρετές της κλασικής παιδείας και του αρχαιοελληνικού ανθρωπισμού να είναι τα ισχυρά όπλα στη φαρέτρα μας απέναντι στις προκλήσεις του σήμερα και του αύριο. 

Υγ1. Θα πρέπει να τονίσουμε ότι ο τρόπος και οι μέθοδοι διδασκαλίας της ελληνικής γλώσσας είναι ένα διαφορετικό ζήτημα από την ίδια την αξία της διδασκαλίας. Ίσως, θα ήταν γονιμότερο ο δημόσιος διάλογος να είχε γίνει γι΄αυτό το θέμα, ώστε να ακουστούν νέες, καινοτόμοι και πρωτότυπες μέθοδοι διδασκαλίας και όχι για την ίδια την αξία και τη χρησιμότητα της διδασκαλίας. (Επιφυλάσσομαι να επανέλθω στο ζήτημα με νεότερο άρθρο) 

Υγ.2. Θεωρώ ότι, όσες αλλαγές γίνουν, θα πρέπει πρωτίστως να γίνουν προς την κατεύθυνση της διαχρονικής διδασκαλίας της ελληνικής γλώσσας και να μην μένουμε μόνο στη διδασκαλία των αριστουργημάτων της κλασικής εποχής. Τα παιδιά του Γενικού Λυκείου στην Α΄και Β΄ Τάξη διδάσκονται μόνο Ξενοφώντα, Θουκυδίδη και Σοφοκλή (αν εξαιρέσουμε το αδίδακτο τα παιδιά της θεωρητικής διδάσκονται και Λυσία, Πλάτωνα και Αριστοτέλη).

 Κωνσταντίνος Μπατσιόλας Ιστορικός –Εθνολόγος, Θεολόγος

Advertisements