Μαρτυρίες ανθρώπων που έζησαν από κοντά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο

 

Το ίδιο σημαντικές, όπως η ιστορία μας, είναι οι μαρτυρίες ανθρώπων που έζησαν από κοντά τα γεγονότα, ο καθένας από τη δική του οπτική γωνία. Βρέθηκα λοιπόν στην ευχάριστη θέση να μιλήσω με κάποιους ανθρώπους και να γυρίσουμε μαζί πίσω στο χρόνο για να θυμηθούν εκείνοι και να μάθω εγώ!

Ο κύριος Αργύρης Τομάρας, 84 χρονών με καταγωγή από τον Άγιο Πέτρο Κυνουρίας, ένα χωριό που βρίσκεται στις πλαγιές του Πάρνωνα στην Αρκαδία, θέλησε να με βοηθήσει μιλώντας μου για τα τότε δύσκολα χρόνια. «Δεν ήμουν πολύ μεγάλος τότε αλλά ποτέ δεν θα ξεχάσω αυτά τα γεγονότα. Οι Ιταλοί δεν μας πείραξαν, έκλεβαν, μόνο ξύλο αν έριχναν ή αν έβαζαν κάποιον στη φυλακή. Οι Γερμανοί το 1944 εκτέλεσαν πολλούς. Στον Πάρνωνα οι Ιταλοί πήραν όλους τους νέους και τους έβαλαν και έκοψαν όλα τα δέντρα, μεγάλη καταστροφή έκαναν. Για τη δουλειά τους έδωσαν ένα κομμάτι ψωμί, σαν τη χούφτα μου. Τα πήραν όλα, τα φόρτωσαν σε μεγάλα φορτηγά και τα πήγαν στην Ιταλία. Δύο αδέρφια μου μεγαλύτερα από μένα πήγαν στον πόλεμο.»

Η ερώτηση που ακολούθησε με χαμηλή φωνή ήταν αν γύρισαν πίσω ζωντανά. «Ναι» ήταν η κοφτή απάντηση του κύριου Αργύρη που μ’ έκανε ν’ ανατριχιάσω ολόκληρη. Στη συνέχεια μου μίλησε για τα φορτηγά με τα οποία έφευγαν οι φαντάροι για να βοηθήσουν στον πόλεμο:« Είχαμε μαζευτεί στην πλατεία του χωριού για να ξεπροβοδίσουμε τους φαντάρους που πήγαιναν να απελευθερώσουν την πατρίδα, ήμασταν χαρούμενοι και φωνάζαμε για να τους ευχηθούμε ».

Τον ρώτησα αν θυμάται να μου πει για την Εθνική Αντίσταση: «Θυμάμαι κοπέλα μου ότι έγινε μεγάλος ξεσηκωμός, χαμός, εγώ είχα φύγει από το χωριό μου και ήμουν στην Αθήνα, αλλά κι εκεί ο ίδιος χαμός. Βέβαια δεν είχε καμία σχέση η Αντίσταση στα βουνά με αυτήν στην πόλη. Ζήσαμε την Κατοχή στο πετσί μας, ο κόσμος πεινούσε, δεν υπήρχε τίποτα. Σκοτωνόντουσαν για ένα κομμάτι ψωμί στην κυριολεξία ». Τέλος αναφέρθηκε στη σφαγή συγχωριανών του το 1944, χωρίς όμως διάθεση να τα διηγηθεί περαιτέρω. Ψάχνοντας λοιπόν πληροφορίες βρήκα ότι στις 21-23 Ιουνίου 1944 σκότωσαν στον Άγιο Πέτρο 49 άτομα (ανάμεσά τους 4 γυναίκες). Στις 26 Ιουνίου 1944 εκτέλεσαν επίσης 212 κατοίκους των χωριών Καστρί, Κοσμάς και Άγιος Πέτρος και τα πυρπόλησαν. Από μόνος του πήγε την κουβέντα στον Εμφύλιο Πόλεμο που ακολούθησε λέγοντας χαρακτηριστικά «Αυτά που ζήσαμε ήταν φρικιαστικά, δεν τα χωράει ανθρώπου νους…».

Ο κύριος Χρήστος Τσεμπελής, 94 χρόνων με καταγωγή από τα Πελετά, χωριό της Αρκαδίας, συμφωνεί και επισημαίνει: «Οι Ιταλοί μόνο έκλεβαν, όπου έβρισκαν κότες ή φαγητό το έκλεβαν αμέσως, αλλά δεν μας πείραζαν. Οι Γερμανοί αντιθέτως σκότωσαν πολλούς. Αλλά οι Έλληνες σκοτώνονταν και μόνοι τους δυστυχώς. Στην Αντίσταση ήμασταν ενωμένοι για να κερδίσουμε τον εχθρό, αλλά μετά σαν να ξεχάσαμε τα πάντα». Καθισμένοι δίπλα δίπλα στον καναπέ με τον κύριο Χρήστο μιλήσαμε γενικά για τον πόλεμο αλλά έφερνε συνέχεια την κουβέντα στον Εμφύλιο Πόλεμο και πόσο πίσω έφερε την Ελλάδα.

Η τρίτη μαρτυρία είναι για μένα οικογενειακή υπόθεση. Η κυρία Μεταξία Μουλατσιώτη, 86 χρονών είναι η γιαγιά μου. Κατάγεται από το Λεωνίδιο Αρκαδίας κι έχω ακούσει όλα αυτά τα χρόνια άπειρες ιστορίες για τον πόλεμο. Αυτή τη φορά όμως έπρεπε να τις βάλουμε σε μία σειρά. Ξεκίνησε να μου μιλάει για την αρχή του πολέμου : « Ήρθε ένα πρωί ο δάσκαλος, το 1941 και μας είπε ότι δεν θα έχουμε πλέον σχολείο, γιατί θα πήγαινε στον πόλεμο. Μας είπε να είμαστε καλά παιδιά και να προσευχηθούμε στο Θεό γι’ αυτά που συμβαίνουν. Μετά από 10 μέρες μας ανακοίνωσαν ότι είχε σκοτωθεί. Ε μετά δεν ξαναπήγα ποτέ στο σχολείο.» Το λέει με θλίψη και ταράζομαι μόνο στη σκέψη. Πώς νιώθεις εκείνες τις στιγμές που όλα μοιάζουν να καταρρέουν αλλά πρέπει να σταθείς δυνατός;

« Δεν είχε ο κόσμος να φάει, να ντυθεί, παίρναμε τα χαρούπια και τα βράζαμε και τα χρησιμοποιούσαμε σαν μέλι ή για τον καφέ. Εμάς ευτυχώς ο παππούς μας από το Νιοχώρι (χωριό της Αρκαδίας) μας έστελνε πράγματα κι έτσι δεν στερηθήκαμε πολλά, δίναμε και στους άλλους. Έτσι έπρεπε, να βοηθήσεις όσο μπορούσες.» Η συζήτηση συνεχίστηκε με την εξιστόρηση των φαγητών που προσπαθούσαν να φτιάξουν οι γυναίκες με ό,τι είχαν πρόχειρο. Μετά φτάσαμε στον καιρό που ήρθαν οι Ιταλοί. «Περνάει ένα αεροπλάνο ακριβώς πάνω από το σπίτι μας, ακούστηκε ένας τρομερός θόρυβος, δεν είχαμε δει ή ακούσει ποτέ ξανά αεροπλάνο. Φοβηθήκαμε πολύ γιατί ήμασταν μόνοι μας με τα αδέρφια μου στο σπίτι. Ο πατέρας μου είχε γυρίσει εκείνη την ημέρα από τον πόλεμο στην Αλβανία (ήρθαν μέχρι την Κόρινθο με μεταφορικό μέσο και μετά ήρθε με τα πόδια!) και είχε πάει με τη μητέρα μου να δουν τη μάνα του. Εμείς κάτω από τη σκάλα είχαμε ένα καταφύγιο, χωθήκαμε εκεί μέσα και περιμέναμε να έρθουν οι δικοί μας. Πράγματι μετά από ώρα ήρθαν και μας έβγαλαν. Από εκεί και πέρα άρχισε η κακιά δυστυχία του κόσμου.»

«Οι Ιταλοί γενικά δεν μας πείραξαν, ήθελαν να φάνε, μας ζητούσαν αβγό. Οι Γερμανοί σκότωσαν πολλούς. Όταν ήρθαν μας διέταξαν να πάμε όλοι στο ποτάμι γιατί είχαν έρθει κάποιοι αντάρτες από το Κρανίδι κι έψαχναν να τους βρουν. Πήγαμε και μας έσπρωχναν έναν έναν με μια βεργούλα. Τελικά τους βρήκαν και τους εκτέλεσαν. Κανείς δεν πήγαινε να τους θάψει. Ο πατέρας μου ήθελε να πάει, γιατί δεν του πήγαινε να τους αφήσει έτσι κι εμείς κλαίγαμε και τον παρακαλούσαμε να μην πάει για να μην τον σκοτώσουν. Τελικά πήγε, τους έθαψε όλους κι ευτυχώς γύρισε σώος».

Μετά η κουβέντα πήγε στο Αντάρτικο «Η μητέρα μου είχε έναν αδελφό, τον θείο το Μιχάλη και είχε πάει στο Φωκιανό που ήταν ένα καΐκι εγγλέζικο και πήγαινε στην Αγγλία. Πολλοί είχαν πάει για να φύγουν. Ο θείος μου ο Χρήστος είχε πάει να τον αποχαιρετήσει. Γυρίζοντας στο χωριό (Νιοχώρι) τον έπιασαν οι αντάρτες, του έκοψαν το κεφάλι, του έβγαλαν τα ρούχα, τα φόρεσαν και πήγαν στη γιαγιά μου. Ευτυχώς που δεν πήγαν το κεφάλι του». Από τη συζήτησή μας δεν ήταν ξεκάθαρο ποιος από τους δύο θείους ήταν τελικά που έχασε τη ζωή του. Δεν θυμόταν να μου πει ακριβώς. Τέλος αναφέρθηκε στους αντάρτες και στο γεγονός ότι ήθελαν να σκοτώσουν και να βάλουν φωτιά σε ολόκληρο το Λεωνίδιο. Οι γονείς και τα αδέρφια τους πήγαιναν στα φυλάκια και ήταν πάντα σε επιφυλακή. Τα παιδιά έμεναν στο σπίτι χωρίς ρεύμα και περίμεναν. Θυμήθηκε μια νύχτα το 1945 που είχε έρθει ο γιατρός να την πάρει για να πάνε να ξεγεννήσουν μια γυναίκα. Ήταν το δεξί του χέρι, αλλά η μητέρα της δεν ήθελε να του την δώσει γιατί έλειπε ο πατέρας και ο αδελφός της : «Θυμάμαι τον γιατρό που επέμενε και της έλεγε ότι αυτός θα με πάρει και θα με φέρει. Τελικά η μάνα μου πείστηκε και μ’ άφησε. Πήγαμε, ξεγεννήσαμε τη γυναίκα, όλα πήγαν μια χαρά, αλλά μετά άρχισε ο κακός χαμός. Έριχναν χειροβομβίδες και δεν μπορούσαμε να πάμε πουθενά. Ο γιατρός μου είπε ότι θα μείνουμε εκεί και την άλλη μέρα θα πάμε σπίτι μου. Έτσι κι έγινε. Η μητέρα μου φυσικά είχε ανησυχήσει και είχε βγει στην αγορά να δει τι έγινε και να ψάξει και τον πατέρα και τον αδερφό μου, τον Μίμη, που βρίσκονταν στα φυλάκια. Γύρισαν κι αυτοί ευτυχώς. Το ίδιο βράδυ έγινε πάλι χαμός, ήρθαν οι αντάρτες πάλι».

Κλείσαμε την κουβέντα με τη γιαγιά μου να μονολογεί: « Τι να θυμάμαι τώρα, τι να θυμάμαι, το τι τραβήξαμε δεν λέγεται. Δόξα τω θεώ ζήσαμε, καλά είμαστε τώρα. Τώρα από εδώ και πέρα να δούμε τι μας περιμένει…»

Ειρήνη Κεμερλή

Advertisements