Θεσσαλονίκη ονείρου χάρη…

14826225_1848010525470280_346378554_n.jpg

Τις μέρες αυτές συμπληρώνονται ένας αιώνας και τέσσερα χρόνια από τότε που η πόλη του Άι- Δημήτρη έγινε και επισήμως Ελληνική. Η όμορφη Θεσσαλονίκη, η «νύμφη του Θερμαϊκού», μωσαϊκό από ανθρώπους διαφορετικών εθνών και θρησκειών παραδίδεται στο ελληνικό κράτος με επίσημο έγγραφο ξημερώματα της 27ης Οκτωβρίου. Έκτοτε στο Λευκό Πύργο κυματίζει περήφανα η ελληνική σημαία και η Θεσσαλονίκη μαρτυρά την ελληνικότητα της Μακεδονίας. Ας ξετυλίξουμε, όμως, το κουβάρι της ιστορίας της «νύμφης του Βορρά»

Μέχρι και το 1912 η Θεσσαλονίκη βρισκόταν υπό οθωμανική κατοχή. Ο πληθυσμός της την περίοδο εκείνη ανερχόταν στους 150.000 κατοίκους με τις 50.000 περίπου να είναι Εβραίοι, 45.000 Τούρκοι και οι υπόλοιπες 35.000 Έλληνες, Βούλγαροι, Σέρβοι και Ρουμάνοι. Η γεωγραφική της θέση την αναγάγει σε κυρίαρχο εμπορικό κέντρο της εποχής, καθώς συνδέει Ανατολή και Ευρώπη, αλλά είναι και ένα από τα λιμάνια με τη μεγαλύτερη κίνηση. Η οθωμανική αυτοκρατορία βρίσκεται υπό διάλυση και έτσι Βούλγαροι, Σέρβοι, Έλληνες, αλλά και Αυστριακοί (απέβλεπαν στη δημιουργία σιδηροδρομικής γραμμής Βιέννη- Θεσ/νίκη- Κων/πολη, αλλά και στον έλεγχο του λιμανιού που θα τους καθιστούσε κυρίαρχη δύναμη και στο Αιγαίο) εποφθαλμιούν την πόλη.

Τον Οκτώβριο του 1912, οι Σέρβοι βρίσκονται στο Μοναστήρι (σημερινή Μπίτολα Σκοπίων), οι Βούλγαροι στη Δράμα και οι Έλληνες στην Κοζάνη. Ο Έλληνας κατάσκοπος Αθανάσιος Σουλιώτης (με το ψευδώνυμο Νικολαΐδης) αποσπά από τη βουλγαρική πλευρά την πληροφορία πως η 7η βουλγαρική μεραρχία σπεύδει προς Θεσσαλονίκη και τηλεγραφεί αμέσως στον τότε πρωθυπουργό, Ελευθέριο Βενιζέλο. Η κατοχύρωση της Θεσσαλονίκης ως βουλγαρικό έδαφος θα σήμαινε αυτομάτως ότι ολόκληρη η Μακεδονία είναι βουλγαρική και έτσι ο Βενιζέλος βιάστηκε να τηλεγραφήσει στο διάδοχο Κων/νο και αρχηγό του ελληνικού στρατού. «Κινηθείτε προς Θεσσαλονίκη. Υπάρχουν πολιτικοί λόγοι για την κίνηση αυτή», ήταν το ακριβές μήνυμα του Βενιζέλου. Η απάντηση του διαδόχου αποστομωτική και άκρως προσβλητική για τον πρωθυπουργό. «Δε θα μου πείτε εσείς τί πρέπει να κάνω». Αυτή η μεταξύ τους πρώτη κόντρα για τη Θεσσαλονίκη αποτελεί και τον προάγγελο του εθνικού διχασμού.

Ο Βενιζέλος επέμενε στο να κατοχυρώσει ως ελληνική την Θεσσαλονίκη, καθώς ήθελε να διαφυλάξει την ελληνικότητα της Μακεδονίας. Αντιθέτως, ο Κωνσταντίνος υποστήριζε την καταδίωξη των βουλγαρικών δυνάμεων μέχρι και το Μοναστήρι, με στόχο την ολοκληρωτική συντριβή του εχθρού. Οι δυο ηγέτες τηλεγραφούν και πάλι. «Θα κατευθυνθώ προς Μοναστήρι εκτός και εάν μου το απαγορεύσετε», προκαλεί ο διάδοχος τον Βενιζέλο, ο οποίος απαντά αμέσως «Σας το απαγορεύω». Η παρέμβαση του βασιλιά Γεωργίου στην κόντρα των δύο ανδρών θα είναι δραστική. Με εντολή του, ο ελληνικός στρατός κατευθύνεται πλέον στην Θεσσαλονίκη, αλλά εμπλέκεται σε μια καθοριστική μάχη στα Γιαννιτσά, στην οποία ναι μεν επικρατεί έναντι των τουρκικών δυνάμεων, αλλά χάνει κρίσιμο χρόνο και ο στρατός εξαντλεί τις δυνάμεις του.

Τα εμπόδια, ωστόσο για την πολυπόθητη είσοδο στην Θεσσαλονίκη δε σταματούν εδώ για τον ελληνικό στρατό. Οι Έλληνες καλούνται τώρα να διαπεράσουν τον ποταμό Αξιό, του οποίου, όμως, η γέφυρα έχει καταστραφεί από τους Τούρκους. Αρωγοί για τον ελληνικό στρατό θα είναι αυτή τη φορά οι κάτοικοι χωριών της περιοχής, όπως η Χαλάστρα, που με αποφασιστικότητα και δυναμισμό κατασκευάζουν μια πρόχειρη γέφυρα για να διευκολύνουν τη διάβαση του Αξιού από τον ελληνικό στρατό. Όταν, πλέον οι Έλληνες στρατοπεδεύουν στην περιοχή Γέφυρα της Θεσσαλονίκης, οι Βούλγαροι κινούνται με ταχείς ρυθμούς προς την πόλη (25 Οκτωβρίου). Ο Κωνσταντίνος καθυστερεί τη διαπραγμάτευση με τις οθωμανικές αρχές της πόλης γεγονός που εξοργίζει τον Βενιζέλο. Τελικά, ο φιλέλληνας αρχιστράτηγος Χασάν Ταξίμ πασάς παραδίδει την πόλη στους Έλληνες, γνωρίζοντας ότι ο οθωμανικός στρατός δεν είναι σε θέση να δώσει μάχη για την επικυριαρχία στη Θεσσαλονίκη. Τα λόγια του αποτελούν μια σημαντική σελίδα στην ιστορία της πόλης. «Από Έλληνες την πήραμε (1430) και σε Έλληνες θα την παραδώσουμε». Έτσι, παρά τις δωροδοκίες της βουλγαρικής πλευράς, ο Χασάν Ταξίμ πασάς συνυπογράφει με τους Βίκτορα Δούσμανη και Ιωάννη Μεταξά την παράδοση της πόλης στο ελληνικό κράτος τη νύχτα της 26ης Οκτωβρίου.

Η είσοδος του ελληνικού στρατού στην πόλη γίνεται μέσα σε κλίμα τεράστιου ενθουσιασμού και συγκίνησης. Η λεωφόρος Νίκης γεμίζει από περήφανους Έλληνες που κρατούν τη γαλανόλευκη σημαία και ραίνουν με δάφνες τους έφιππους στρατιώτες. Χαρακτηριστικό είναι ότι οι κάτοικοι της πόλης μοίραζαν κουφέτα την ημέρα εκείνη, καθώς θεωρήθηκε ότι την ημέρα εκείνη «παντρεύτηκε η Ελλάδα την Μακεδονία»!

Η ιστορική πορεία της πόλης από την ημέρα εκείνη είναι σπουδαία. Δέκα χρόνια αργότερα, η Θεσσαλονίκη έγινε προσφυγομάνα φιλοξενώντας στα στενά της ένα τεράστιο κύμα χριστιανών αλλά και μη προσφύγων, που αργότερα διέπρεψαν στο εμπόριο, στην ελληνική οικονομία και στη μουσική. Το ρεμπέτικο τραγούδι άνθησε τη δεκαετία του ’30 στα Θεσσαλονικιώτικα προσφυγικά στέκια.

Στη συνέχεια έπονται τα δύσκολα χρόνια της γερμανικής κατοχής. Οι κάτοικοι της Θεσσαλονίκης, όπως και των άλλων ελληνικών πόλεων, αγωνίζονται να επιβιώσουν υπό αντίξοες συνθήκες πείνας και κάτω από τη μάστιγα του κατακτητή. Ο εβραϊκός πληθυσμός της  πόλης υφίσταται ταπεινώσεις στην πλατεία Ελευθερίας από το Γερμανό κατακτητή –μελανή κηλίδα στην ιστορία της πόλης- και στη συνέχεια ξεκληρίζεται στα στρατόπεδα συγκέντρωσης του Άουσβιτς και Νταχάου. Με τον αφανισμό των Εβραίων Θεσσαλονικέων, η πόλη χάνει ένα ολόκληρο κομμάτι του πολιτισμού της.

Σήμερα, η Θεσσαλονίκη θεωρείται από πολλούς ως η πιο ερωτική πόλη της Ελλάδος και αυτό μαρτυράται από στιχάκια και εικόνες σε social media. Όμως, η πόλη αυτή, η συμπρωτεύουσα, δεν είναι απλώς όμορφη και μαγευτική για τα μεζεδοπωλεία, τη νυχτερινή ζωή της και τους φιλόξενους ανθρώπους της. Είναι μαγευτική, γιατί στους δρόμους, στα κτήριά της κρύβεται μια ιστορία πολλών ετών για μια πόλη μαγική που έζησε πυρκαγιές, σεισμούς, ξεριζωμούς ανθρώπων, καημούς της προσφυγιάς, αλλά και γλέντια, τιμές μεγάλες και θεωρείται μέχρι σήμερα «στολίδι του Βορρά».

Να περπατήσεις ανάμεσα στα στενά της, να επισκεφτείς το Μπεζεστένι, το Καπάνι, να ανέβεις να δεις τη θέα στα Κάστρα, να προσκυνήσεις στον Άγιο Δημήτρη, να παρακολουθήσεις ταινία στο ιστορικό «Ολύμπιον», να περπατήσεις κατά μήκος της πλαζ Αρετσούς, να φανταστείς την Βασιλίσσης Όλγας γεμάτη αρχοντικές εξοχικές κατοικίες και τότε θα νιώσεις τον παλμό της πόλης. Όταν θα έχεις μάθει την ιστορία της, όταν θα έχεις δει με τα μάτια της φαντασίας τα γεγονότα που τη σημάδεψαν, τότε μόνο θα έχεις μυηθεί στη μαγεία της Θεσσαλονίκης.

Θεοδώρα Παπάζη

Advertisements